Sunday, February 24, 2008

Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος

Μίλαν Κούντερα, Ο πέπλος, Εστία 2005.

Ο Κούντερα, μαζί με τον Μάρκες, είναι οι δυο πιο αγαπημένοι μου συγγραφείς εν ζωή. Έτσι, αφού διάβασα τον «Πέπλο», σκέφτηκα να γράψω δυο λογάκια για τον αγαπημένο μου συγγραφέα.
Αυτό που μου αρέσει στον Κούντερα είναι η ανατρεπτική τόλμη του. Σε ένα από τα μυθιστορήματά του (δεν θυμάμαι ποιο) ξεκινάει αναρωτώμενος γιατί ο κόσμος να δοξάζει τους 300 του Λεωνίδα (ας θυμηθούμε το πρόσφατο χολιγουντιανό φιλμ) και όχι τους 700 Θεσπιείς, οι οποίοι έμειναν οικιοθελώς, ενώ οι Σπαρτιάτες δεν είχαν άλλη επιλογή. Επίσης σε άλλο του μυθιστόρημα αναρωτιέται γιατί ο Οιδίπους να νιώθει ένοχος αφού έκανε τα πάντα για να αποτρέψει το κακό;
Το ίδιο πράγμα διαπίστωσα και στον «Πέπλο», πρωτοτυπία και τόλμη στον τρόπο που σχολιάζει θέματα λογοτεχνίας και λογοτεχνικά έργα. Δεν μπόρεσα να μην κάνω την σύγκριση με τον Auerbach, για τον οποίο μιλάω στο blog μου. Ο Auerbach αναλύει διεξοδικά, σαν φιλόλογος, παραθέτοντας αποσπάσματα για να εξακτινωθεί στη συνέχεια στο υπόλοιπο έργο, στο συγγραφέα και στην εποχή. Ο Κούντερα σχολιάζει επικεντρωνόμενος στο σημαντικό, στο ουσιώδες, αλλά κυρίως σε κάτι για το οποίο ο ίδιος έχει μια προσωπική άποψη.
Ξεφυλλίζω το βιβλίο, για να σχολιάσω κάποια σημεία. Παραθέτω ένα απόσπασμα:
«Άραγε εννοώ ότι για να κρίνουμε ένα μυθιστόρημα μπορούμε να παραβλέψουμε τη γνώση της γλώσσας του πρωτοτύπου; Και βέβαια, αυτό ακριβώς εννοώ! Ο Ζιντ δεν ήξερε ρωσικά, ο Μπέρναρντ Σω δεν ήξερε νορβηγικά, ο Σαρτρ δεν διάβαζε Ντος Πάσος στο πρωτότυπο. Αν τα βιβλία του Γκομπρόβιτς και του Ντανίλο Κις εξαρτώνταν αποκλειστικά από την κρίση αυτών που ξέρουν πωλωνικά και σερβοκροατικά, ο ριζοσπαστικός αισθητικός νεωτερισμός τους δεν θα είχε ανακαλυφθεί ποτέ» (σελ. 51).
Και πιο κάτω:
«Οι μεγάλοι μυθιστοριογράφοι που επικαλούνταν τον Ραμπελαί τον είχαν διαβάσει σχεδόν όλοι από μετάφραση» (σελ. 78)
Εδώ θα μπορούσα να αναφέρω τους θαυμάσιους ελληνιστές Πιερ Βιντάλ Νακέ και Ζαν Πιερ Βερνάν, που, όπως διάβασα κάπου, δεν ήξεραν ελληνικά.
Και θέλω να συγκρίνω με τον Auerbach. Δεν ξέρω αν ήταν ελληνομαθής, πάντως λατινομαθής ήταν, και γαλλομαθής και αγγλομαθής και ισπανομαθής και ιταλομαθής, κρίνοντας από τα αποσπάσματα που παραθέτει. Πάντως όχι ρωσομαθής, και γι αυτό δεν σχολιάζει τους Ρώσους κλασικούς, όπως λέει.
Νομίζω ότι ο Κούντερα έχει δίκιο. Μπορεί η μετάφραση να χάνει από το πρωτότυπο, αλλά και η ανάγνωση από το πρωτότυπο χάνει, εκτός πια και αν ο αναγνώστης κατέχει τη γλώσσα σε βαθμό τελειότητας. Όσες φορές διάβασα βιβλία στο πρωτότυπο, δεν το έκανα για να τα απολαύσω περισσότερο, αλλά για να μάθω καλύτερα τη γλώσσα, σαν ένα κίνητρο να πλουτίσω το λεξιλόγιό μου και να εμπεδώσω το ήδη υπάρχον. Και άτομα σαν τον Auerbach είναι λίγα. Φανταστείτε να γινόταν το ίδιο στο χώρο της θεωρίας της λογοτεχνίας, να διαβάζαμε δηλαδή και να σχολιάζαμε μόνο τους θεωρητικούς που ξέρουμε τη γλώσσα τους. Αν γνωρίζουμε σήμερα τον Μπαχτίν και τον Προπ, τους ξέρουμε από τις μεταφράσεις. Όμως αν κάποιοι θεωρητικοί της λογοτεχνίας ήξεραν ρώσικα και ενδιαφερόντουσαν πιο πριν για αυτούς τους δυο, δεν θα μαθαίναμε για το έργο τους με τριάντα χρόνια καθυστέρηση.
Όπως ο Auerbach μιλάει για υψηλό ύφος και χαμηλό ύφος, έτσι και ο Κούντερα μιλάει για την «τρομοκρατία του μικρού πλαισίου» που λίγο ενδιαφέρεται για την αισθητική, και για το μεγάλο πλαίσιο της Weltliteratur (παγκόσμιας λογοτεχνίας) όπου αυτό που μετράει κατ’ εξοχήν είναι το αισθητικό κριτήριο. Οι Γάλλοι, σε σχετικό γκάλοπ βάζουν πρώτο τον Ουγκώ, ο οποίος στο πλαίσιο της παγκόσμιας λογοτεχνίας τίθεται πιο κάτω από τους Σταντάλ, Μπαλζάκ και Φλωμπέρ.
Γιατί αυτό το σχόλιο.
Διότι βάζουμε συχνά τη δική μας λογοτεχνική παραγωγή στον προκρούστη της Ελληνικότητας, το δικό μας «μικρό πλαίσιο».
Ο Κούντερα, παραθέτοντας ένα απόσπασμα από το «Αβαδδών ο εξολοθρευτής» (1974), υπερασπίζεται, ασυνείδητα νομίζω, την δική του ποιητική:
«Στον σύγχρονο κόσμο που τον έχει εγκαταλείψει η φιλοσοφία και τον έχουν κατακερματίσει οι εκατοντάδες επιστημονικές εξειδικεύσεις, μας έμεινε το μυθιστόρημα σαν έσχατο παρατηρητήριο απ’ όπου μπορείς να αγκαλιάσεις την ανθρώπινη ζωή σαν σύνολο» (σελ. 102).
Το δοκιμιακό μέρος σε ένα μυθιστόρημα μου αρέσει πάντα, και τα δοκιμιακά τμήματα στα μυθιστορήματα του Κούντερα είναι ανυπέρβλητα.
«Η μετάβαση από την ανωριμότητα στην ωριμότητα είναι η υπέρβαση της λυρικής στάσης… ο μυθιστοριογράφος γεννιέται από τα ερείπια του λυρικού του κόσμου» (σελ. 109).
Ένας ποιητής (και η ποίηση είναι σε μεγάλο βαθμό λυρική), αν θέλει να ωριμάσει πρέπει να περάσει στο μυθιστόρημα. Ή μάλλον, για να αποδείξει την ωριμότητά του πρέπει να περάσει στο μυθιστόρημα. Ο Νίτσε βέβαια θα είχε αντιρρήσεις, βλέπει με καχυποψία την ωριμότητα, οι Έλληνες ήταν μεγάλα παιδιά, η παρακμή τους άρχισε όταν ωρίμασαν, με τον Σωκράτη κ.λπ. κ.λπ, αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα.
Και κάτι που με συντάραξε, γιατί είναι η τωρινή υπαρξιακή μου εμπειρία:
«Λέω: πρέπει να διαβάσετε τον Φερντυντούρκε! Ή την Πορνογραφία!
Με κοιτάζει μελαγχολικά. «Φίλε μου, η ζωή μπροστά μου λιγοστεύει. Η δόση του χρόνου που εξοικονόμησα για τον συγγραφέα σας εξαντλήθηκε» (σελ. 119).
Βρίσκομαι στην ηλικία που συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν μπορεί να διαβάσει όλα τα βιβλία που θα ήθελε να διαβάσει, και αναγκαστικά κάνει επιλογές. Εγώ έχω κάνει την πρώτη μου επιλογή: Τους κλασικούς. Τη δεύτερη: Βιβλία φίλων. Και την τρίτη: Ένα (Τουλάχιστον; Το πολύ; Εξαρτάται) από τους καλούς σύγχρονους.
Οι αγέλαστοι: τίτλος κεφαλαίου. Χωρίς σχόλια.
Και ένα απόσπασμα που παραθέτει ο Κούντερα από ένα βιβλίο του μεσοπολέμου, και που το παραθέτω με τη σειρά μου για τους φίλους μου (quartier libre κ. ά.) που δεν εννοούν να καταλάβουν τη μανία μου με τη σιέστα:
«Ο ύπνος είναι η πιο θεμελιώδης ανθρώπινη επιθυμία» (σελ. 145).
Αν παραθέσω όλα τα αξιοθαύμαστα που βρήκα σ’ αυτό το βιβλίο δεν θα έχω σταματημό. Γι αυτό προτιμώ να σταματήσω εδώ.

Monday, December 24, 2007

Μιχάλης Πιερής

Τρόποι και …Τόποι γραφής.
Μια συζήτηση με τον Μιχάλη Πιερή, για τον ρυθμό και τη γλώσσα στην ποίηση, για τη συλλογή του «Τόποι γραφής», για τον μοντερνισμό του ελεύθερου στίχου αλλά και για τον Καβάφη.


Γιάννης Μανιάτης

Όταν ξεκίνησα να γράφω το τελικό κείμενο της συνέντευξης με τον Μιχάλη Πιερή σκέφτηκα ότι το καλύτερο βιογραφικό, ή ο καλύτερος πρόλογος, θα φάνταζε με φτωχό συγγενή μπροστά στο έργο του.
Ακριβώς γι’ αυτό κι επειδή είμαι της γνώμης ότι το ποίημα κάνει τον ποιητή και όχι το αντίστροφο, επέλεξα να τον παρουσιάσω με ένα ποίημά του.




Στις μέρες μας ένα από τα στοιχεία που διαφοροποιούν τον ποιητικό από τον πεζό λόγο είναι ο ρυθμός. Πόσο μπορεί να απέχει ο ποιητικός ρυθμός από αυτόν της καθημερινής εκφοράς του λόγου ;

«Φρόντισε ν’ απέχεις και να μην απέχεις» προτρέπει ο ποιητής Μόντης. Ενώ πιο αναλυτικά το περιγράφει με ευστοχία ο κριτικός Σεφέρης όταν μιλά για την κατάκτηση της «μέσης φωνής» από τον Κορνάρο. Είναι στ’ αλήθεια, το πιο κρίσιμο σημείο για τον ποιητή. Ζήτημα ζωής ή θανάτου. Το πώς θα κατορθώσει ο ποιητικός του λόγος να μην μυρίζει “ποιητικότητα”, αλλά να έχει μέσα του τη δύναμη, την ομορφιά και τη χάρη της καθημερινής προφορικής ομιλίας. Κι αυτό όχι μέσα από την εξωτερική της μίμηση, αλλά μέσα από σεμνή ποιητική εργασία που οδηγεί στην κατακτημένη φυσικότητα.
Κι ας υπογραμμίσω κάτι. Ας μην υποτιμούμε τον προφορικό λόγο του καθημερινού ανθρώπου. Εκεί βρίσκεται η ποίηση. Δεν είναι ανώτερη μορφή η γλώσσα των ποιητών. Μα υπάρχει άραγε γλώσσα των ποιητών, ή υπάρχουν μόνο διάφοροι ποιητικοί τρόποι πολιορκίας της καθημερινής εκφοράς του ανθρώπινου λόγου;


Με δεδομένο ότι ο ποιητικός λόγος είναι αποτυπωμένος προφορικός λόγος πως θα κρίνατε το αίτημα για αντιστοιχία του γραπτού, αποτυπωμένου ρυθμού ενός ποιήματος, με αυτόν της απαγγελίας του;

Ο αποτυπωμένος ποιητικός ρυθμός (δηλαδή ο ρυθμός που εμπεριέχει ένα γραπτό κείμενο) γίνεται αμέσως ζωντανός ρυθμός (δηλαδή ακουστικός), μόλις κάποιος διαβάσει ή απαγγείλει το ποίημα. Όμως, και η σιωπηλή ανάγνωση που γίνεται κατά μόνας, ή και εκείνη η πρώτη ανάγνωση που κάνει ο ποιητής μόλις τελειώσει ένα ποίημα (ή και η πρωτογενής που κάνει καθώς ακόμη το γράφει), έχει ακουστική υπόσταση, γιατί ο ρυθμός ζωντανεύει ακόμη και αν δεν σαρκωθεί σε ήχο που ακούγεται, αλλά σε ήχο που εκλύεται μέσα μας, που τον «ακούει μες στη σκέψη το μυαλό» όπως το είπε ο Καβάφης.


Μήπως υπάρχει μια σημαντική μεταβολή, μια νέα τάση, απότοκος των σύγχρονων μέσων και ο ποιητικός λόγος τείνει να γίνει γραπτός, πεζός λόγος;

Όλες οι λέξεις που έχει στη διάθεσή του ένας ποιητής έχουν τις ίδιες ποιητικές και πεζολογικές δυνατότητες. Το θέμα είναι τί είδους κίνηση δίνει σε αυτές ένας τεχνίτης του λόγου, πότε και πώς τις κάνει να συνομιλούν ή να τραγουδούν, πότε να περπατούν ή να χορεύουν, ανάλογα με την εσωτερική ρυθμική ενότητα που προσπαθεί να προσδώσει στο κείμενο που δουλεύει. Το θέμα είναι ότι η διάταξη των λέξεων πρέπει να είναι τέτοια ώστε ο ρυθμός να προκύπτει από τα ίδια τα πράγματα και τα αισθήματα που περιγράφονται στο ποίημα. Ότι, δηλαδή, από την κατάλληλη διάταξη των λέξεων και των ήχων προκύπτει εκείνη η αρμονία που προσθέτει δύναμη και χάρη στο λόγο, και δεσμεύει την προσοχή του αναγνώστη. Όπως το λέει αλλιώς ο Κορνάρος, η καλή τέχνη σε κάνει να μην μπορείς «να ξεχωρίζεις το τραγούδι απ’ τον τραγουδιστή».

Στη συλλογή σας Τόποι Γραφής, υπάρχει μια ρυθμική πραγματικότητα την οποία αντιλαμβάνεται κάποιος καλύτερα όταν διαβάσει δυνατά το ποίημα. Υπάρχει κάποια βιωματική αφετηρία που σας οδήγησε προς αυτού του τύπου τη ρυθμική οργάνωση της ποιητικής σας δημιουργίας;

Μου θυμίζετε ότι μια παλαιότερη ποιητική συλλογή μου φέρει τον τίτλο Ρυθμού και φόβου. Νομίζω ότι η σχέση μου με τον κόσμο ξεκίνησε με αυτό το διπλό αίσθημα. Τον ρυθμό και τον φόβο. Γι’ αυτό και ο ποιητικός ρυθμός είναι για μένα στενά συνδεδεμένος με τη συγκίνηση και το νόημα. Θα σας πω κάτι αυτοβιογραφικό. Ένα ποίημα της συλλογής αυτής ξεκινά με τους εξής στίχους:

Με ορίζουν διά παντός οι κύκλοι
της σιρίζας. Του ζώου ο παλμός
στο μονοπάτι. Ανήφορα κατήφορα
ώς του γκρεμού την άκρη. Το ρίζωμα
στα σωθικά ρυθμού και φόβου.


Πώς έγινε αυτό το «ρίζωμα» του ρυθμού (με τον παλμό του ζώου) και του φόβου (με την άκρη του γκρεμού) δεν ξέρω. Λένε πάντως ότι η παιδική μας ηλικία είναι η σκοτεινή μήτρα όλων των αισθημάτων που αναπτύσσουμε αργότερα. Η πιο μακρινή μνήμη από την παιδική μου ηλικία συνδέεται ακριβώς με αυτή την εμπειρία. Τα καλοκαίρια (για το μάζεμα των χαρουπιών) όλη η οικογένεια έφευγε πολύ πρωί (γύρω στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα) για τις μακρινές περιοχές όπου η οικογένεια είχε κτήματα, μαζί με όλα τα σύνεργα και το φαγητό φορτωμένα στα ζώα προκειμένου στις πέντε-έξι το πρωί να ξεκινήσει η συγκομιδή των καρπών. Τα νήπια ή και τα πιο μικρά παιδιά (στην ηλικία των τριών-τεσσάρων χρόνων), δεν μας ξυπνούσαν. Τυλιγμένα στις κουβέρτες μάς τοποθετούσαν ένα στη μία κοφίνα της σιρίζας και ένα στην άλλη. (Ίσως αξίζει να αναφέρω ότι η κυπριακή λέξη «σιρίζα» ετυμολογείται από το λατινικό series που σημαίνει «ειρμός»). Κάποια στιγμή, λοιπόν, ξυπνούσαμε (συνήθως από κάποιο θόρυβο της φύσης ή το πρώτο χάραμα) και αντί στο κρεβάτι, βρισκόμασταν στην πλάτη ενός ζώου, συχνά σε στενό μονοπάτι επάνω από κάποιο γκρεμό. Κι ενώ βιώναμε αυτή την παράξενη αίσθηση ενός ρυθμικού σύμπαντος με βάση τον παλμό του ζώου, βγάζαμε σιγά σιγά το κεφάλι από τη σιρίζα και βλέπαμε με δέος το μαύρο βάραθρο. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι η σχέση μου με την έννοια του ρυθμού είναι μια έννοια σχεδόν σωματική, σοφιλιασμένη ταυτόχρονα στη μνήμη, στο μυαλό και στη σκέψη.

Επομένως ο ρυθμός είναι για σας το στοιχείο που προσδίδει κίνηση στον ποιητικό λόγο, την απαρχή της συγκίνησης…

Ο ρυθμός είναι ένα στοιχείο που βρίσκεται εξαρχής μέσα στην ίδια τη συγκίνηση που γεννά το ποίημα. Η συγκίνηση, άλλωστε, είναι μια ρυθμική κίνηση. Κι ένας τέτοιος πρωτογενής ρυθμός, έχει μιαν αυτόνομη δυναμική, είναι ρυθμός ο οποίος σκέφτεται, έχει δικούς του προβληματισμούς. Δεν ελέγχεται απέξω γιατί παράγεται ενδογενώς. Πρόκειται για μιαν άλλη μελωδία. Μια συνομιλία μυστική του ρυθμού (ως υπαρξιακού γεγονότος) με το περιεχόμενο των λέξεων και των αισθημάτων. Υπ’ αυτή την έννοια ο ρυθμός «ρυθμίζει» το νόημα του στίχου σε ένα άλλο επίπεδο. Όχι αυτό που εύκολα μπορεί να περιγραφεί με βάση τα κλασικά εργαλεία της μετρικής επιστήμης. Διότι ο ρυθμός είναι ζωικό στοιχείο, δεν ταυτίζεται με το μέτρο. Το μέτρο είναι μηχανικό, μπορείς να το παραστήσεις. Όχι τον ρυθμό. Ο ρυθμός είναι σύμφυτος με την προσωπικότητα του ποιητή. Έχει σχέση με τη φυσική του ανάσα, τον τρόπο που περπατά ή χορεύει, που τρώει και πίνει, που μιλά και γράφει και βεβαίως τον τρόπο που κάνει έρωτα.

Πόσο μοντερνιστικός μπορεί να είναι ο ελεύθερος στίχος, μετά από έναν αιώνα παρουσίας ή και αυτός έχει γίνει μέρος της διευρυμένης ποιητικής μας παράδοσης;

Ας τελειώνουμε με αυτή την παρεξήγηση περί «ελεύθερου στίχου». Τί θα πει «ελεύθερος» στο χώρο της τέχνης. Σκλάβος είναι ο δημιουργός, σκλάβος της τέχνης που υπηρετεί. Αυτό που γίνεται με τους μεγάλους ποιητές κάθε νέας εποχής, είναι η ανακάλυψη μιας νέας σκλαβιάς. Ο Τ. Σ. Έλιοτ είπε ότι «μόνο ένας κακός ποιητής μπορεί να θεωρήσει τον ελεύθερο στίχο ως την απελευθέρωση από τη φόρμα. Ο ελεύθερος στίχος ήταν μια επανάσταση εναντίον της νεκρής φόρμας, και μια προετοιμασία για τη νέα φόρμα ή για την αναγέννηση της παλιάς». Πάντα, λοιπόν, δεσμώτης είναι ο ποιητής, ο δημιουργός εν γένει, στους νόμους και στις επιταγές της τέχνης του, μόνο που αυτοί οι νόμοι δεν είναι οι ίδιοι με τους νόμους μιας άλλης εποχής. Πώς θα δεσμευόταν ο Κορνάρος από τους ρυθμούς και τους ήχους της εποχής μας (για παράδειγμα τον ήχο και το ρυθμό του αυτοκινήτου, του τρένου, του μετρό, ενός αεροπλάνου, ενός βομβαρδισμού); Αυτά δεσμεύουν (και εμπνέουν) ως ηχητικά και ρυθμικά και μουσικά φαινόμενα τον ποιητή της εποχής μας.



Στη συλλογή σας αναφέρεστε στον Κορνάρο, ενώ υπαινικτικά εμφανίζονται και άλλες σημαντικές μορφές της νεοελληνικής ποίησης, σε μια εποχή που αρκετοί ποιητές δίνουν την εντύπωση ότι διαλέγονται περισσότερο με τη διαφήμιση και λιγότερο με προγενέστερα ή και σύγχρονα κείμενα. Ποια είναι η γνώμη σας;

Ο ποιητής θα γράψει λαμβάνοντας υπόψη όλες τις καινούριες μορφές ή τεχνικές έκφρασης της εποχής του (τη γλώσσα της διαφήμισης ή γενικά των media, τα λογοπαίγνια, τα συνθήματα, ακόμη και τα μηνύματα που αποστέλλονται μέσω των κινητών). Η γλώσσα του ποιητή είναι ένα βρεγμένο σφουγγάρι που πέφτει στο χώμα και απορροφά τα πάντα, ακόμη και σκουπίδια και σκόνη υπό την προϋπόθεση ότι ο ποιητής θα κινείται αντίθετα στο ρεύμα, δεν θα τον παρασύρει στη φορά του. Θέλω να πω ότι θα χρησιμοποιεί αυτός τα υλικά του (ακόμη και τα πιο πεζά) για τις δικές του ανάγκες, δεν θα τον χρησιμοποιούν οι τεχνικές των άλλων. Θα δίνει φόρμα και νόημα αυτός, δεν θα του το δίνουν αυτοί που εξουσιάζουν τα όνειρα και τις επιθυμίες ενός ανυποψίαστου αναγνωστικού κοινού (που στις μέρες μας διαμορφώνεται κυρίως από ένα χειραγωγημένο θεατή των ποικίλων τηλεοπτικών σκουπιδιών).
Γι’ αυτό και η καλή ποίηση συνήθως αποτρέπει τη γρήγορη ένταξη του ποιητή που τη γράφει στην καθιερωμένη ποιητική πραγματικότητα. Γιατί η τελευταία είναι μια καταναλωτική πνευματική πραγματικότητα που τη φτιάχνουν εικονικά τα ΜΜΕ, η διαφήμιση, οι εκδότες, οι επαγγελματικές και δημόσιες σχέσεις των λογοτεχνικών κριτικών με τους λογής εμπόρους της λογοτεχνίας, οι ευκαιριακές συσπειρώσεις για την ιεράρχηση των λογοτεχνικών βραβείων, για τη συμπερίληψη σε ανθολογίες, κλπ. Αυτή η εικονική πραγματικότητα δεν κατασκευάζει μόνο τον πρόσκαιρο “κανόνα” των επιτυχημένων τάχα ποιητών (για θυμηθείτε τους Παράσχο, Δροσίνη και Σκίπη που κάποτε βρέθηκαν στην κορυφή ενός τέτοιου “κανόνα”). Κατασκευάζει δυστυχώς και συγκεκριμένες υπαρξιακές και αισθητικές ανάγκες στις οποίες υποτάσσονται όλοι αυτοί οι ποιητές που κυνηγούν με αρρωστημένο πάθος τη συγκαιρινή τους αναγνώριση, όπως ο κάλπης ποιητής του καβαφικού «Ούτoς εκείνος».

Ο γλωσσικός πλούτος και η χρήση των λέξεων στη συλλογή σας, δίνουν την αίσθηση ότι το ζήτημα της γλώσσας είναι σημαντικό για εσάς σε μια χρονική περίοδο που πληθαίνουν οι αναφορές για γλωσσική πενία στην ποιητική μας παραγωγή…

Ο Ροΐδης κατέκρινε κάποτε τους ποιητές για τη γλωσσική τους πενία, μα το έκανε ύστερα από προσεκτική μελέτη κι έχοντας με οξυδέρκεια εντοπίσει πού ήταν το πρόβλημα. Αναφέρομαι στη γνωστή επίκριση του Ροΐδη στους ποιητές της νεοελληνικής γραμματείας μετά τον Σολωμό (δηλαδή στους Βαλαωρίτη, Ζαλοκώστα, Δροσίνη, κ.ά.), τους οποίους ψέγει για το γεγονός ότι η γλωσσική τους παιδεία περιορίστηκε στο «κλασσικόν ιδίωμα του κλέφτικου άσματος», και δεν μελέτησαν και «τα δημοτικά μνημεία και των άλλων ελληνικών χωρών, και ιδίως της Κρήτης, της Ρόδου, της Χίου και της Κύπρου».
Ο Καβάφης νομίζω ότι αντελήφθη το νόημα της καίριας αυτής παρατήρησης. Από τη μια ο περιορισμός στο «κλασσικό ιδίωμα» του κλειστού χώρου της Στερεάς Ελλάδας· από την άλλη ο πλούτος του ανοιχτού χώρου του περιφερειακού Ελληνισμού (Κρήτη, Ρόδος, Χίος, Κύπρος). Πρόκειται για μια κρίσιμη διάκριση. Διότι οι δυναμικές ζυμώσεις από τις οποίες κάποια στιγμή τροφοδοτούνται και τα εκάστοτε κέντρα, συνήθως γίνονται στην περιφέρεια. Δείτε τί έγινε με τις ποιητικές κατακτήσεις του Καβάφη. Από τον Σεφέρη και μέχρι την Α' και τη Β' μεταπολεμική γενιά και έως τη γενιά του '70, οι περισσότεροι γράφουν είτε συνομιλώντας δημιουργικά με το καβαφικό πρότυπο, είτε κάνοντας ένα είδος παστίς επάνω στις φόρμες και στους ρητορικούς τρόπους του Αλεξανδρινού.
Αναφερθήκατε στο γλωσσικό πλούτο της τελευταίας μου συλλογής. Θα ήθελα να πω ότι αυτό δεν έγινε προγραμματικά. Προήλθε μέσα από μια μόνιμη στάση θαυμασμού και φόβου απέναντι στη ζωντανή γλώσσα του ελληνικού λαού και απέναντι στις κατακτήσεις της ελληνικής ποίησης. Μια γλώσσα πάντως που τη χειρίζομαι από τη σκοπιά ενός Κύπριου. Δηλαδή που προσέρχομαι ως ξένος προς αυτή. Δεν μου είναι δεδομένη.



Ασχολείστε χρόνια με το έργο του Καβάφη και θεωρείστε από τους σημαντικότερους μελετητές του. Θα θέλατε να μας πείτε αν υπάρχει κάτι νεότερο σχετικά με το έργο του αλλά και πως ερμηνεύετε το φαινόμενο να μεγαλώνει η αξία του με την πάροδο του χρόνου;

Η αξία του Καβάφη θα μεγαλώνει με την πάροδο του χρόνου γιατί μπόρεσε να δημιουργήσει το έργο του όχι ως ποιητής του κέντρου αλλά της περιφέρειας, των παρυφών, των προσχώσεων και των προσμείξεων. Ο Καβάφης ανήκε στο «μέγα πανελλήνιον», σ’ εκείνους που μπορούσαν να δουν το κέντρο χωρίς κανένα αίσθημα κατωτερότητας (ίσως μάλλον με κάποιο αίσθημα ανωτερότητας με το οποίο τον προίκιζε η αίσθηση της διαφοράς). Γι’ αυτό έζησε και μελέτησε και έγραψε μόνο για την ποίηση, αυτήν υπηρέτησε, σε αυτή λογοδότησε.
Ο Καβάφης, ως εξόριστος ποιητής, έζησε μακριά από το παρακμιακό κλίμα της πρωτεύουσας πόλης ενός κράτους που διαχειριζόταν τις ποικίλες εξουσίες του έθνους (πολιτική, εκκλησιαστική, οικονομική, εκπαιδευτική, γλωσσική). Και ως εξόριστος και «ξένος πολύ», μπόρεσε να αποδράσει από το «φριχτό τους σπίτι» και να δημιουργήσει αυτό το σπάνιας ποιότητας έργο που δεν ανήκει μόνο στον ελληνισμό, αλλά στο παγκόσμιο κοινό της αληθινής ποίησης.
Ως προς το άλλο θέμα που με ρωτάτε, τα καλά νεότερα είναι η επικείμενη έκδοση των καβαφικών αυτοσχολίων που ετοίμασε η Diana Haas και η προετοιμασία της κριτικής έκδοσης των 154 αναγνωρισμένων ποιημάτων, με όλες τις αυτόγραφες παραλλαγές του Αρχείου του ποιητή, καθώς και τις έντυπες παραλλαγές σε δημοσιεύσεις που έγιναν ενόσω ζούσε ο ποιητής. Μια έκδοση που την ετοιμάζει η Renata Lavagnini με τη συνεργασία της Σταματίας Λαουμτζή. Επίσης, μέσα στο χρόνο θα κυκλοφορήσει με δική μου επιμέλεια και το Λεξικό παραθεμάτων του Καβάφη στο οποίο φαίνεται ο συστηματικός τρόπος με τον οποίο πλούτιζε το λεξιλόγιό του ο Αλεξανδρινός ποιητής περισυλλέγοντας λέξεις αθησαύριστες στα λεξικά της εποχής του ή καινούριες έννοιες γνωστών λέξεων.
Ας κλείσω μ’ ένα λήμμα από το Λεξικό αυτό που για μένα έχει μιαν ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά στην αποδελτίωση μιας σπάνιας λέξης από δύο αριστουργήματα της πρώιμης νεοελληνικής γραμματείας, ένα της Κύπρου κι ένα της Κρήτης:
Φίλαινα: Φίλη, Φιλενάδα
«K’ εγώ, που σού ’μαι φίλαινα και τέκνο στην αγάπη.»
Κορνάρου,Eρωτόκριτος
Φίλενα:«Eίπεν της η ρήγαινα· Aν θέλεις να είμεστεν φίλενες.»
Λεοντίου Μαχαιρά, Χρονικό της Κύπρου

*****

Τάκης Βαρβιτσιώτης, Χρήστος Τουμανίδης, Δημήτρης Βαρβαρήγος, Ιάσων Ευαγγέλου, Δημήτρης Μυταράς κ.ά είναι μερικά από τα ονόματα που φιλοξενούνται στις συνεντεύξεις στο Λέξημα. Για να διαβάσετε κάποια από αυτές, επιλέγοντας από τη λίστα συνεντεύξεων, ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Tuesday, December 4, 2007

Arthur Rimbaud



Τέσσερα χρόνια παρουσίας στο διαδίκτυο, συμπληρώνει το Λέξημα σε λίγες μέρες και στην ύλη του προστέθηκε ένα "μικρό" αφιέρωμα για τον Αρθούρο Ρεμπώ.

Μετά τον Ρεμπώ, είναι ο τίτλος άρθρου, του Χρήστου Κρεμνιώτη που επιχειρεί να μας φωτίσει μιαν άλλη πλευρά στην ποίηση του Ρεμπώ.

Αναδημοσιεύουμε εδώ ένα απόσπασμα :

<<Τόσο βαθύτερα ριζώνει ο άνθρωπος στην απελπισία, όσο μεγαλύτερο πίστεψε τον εαυτό του ανάμεσα στους ανθρώπους και η ζωή, δεν του το επιβεβαιώνει. Τότε, συνήθως, ευκολότερα παραδίδεται σε κάθε είδους πράξη πιστεύοντας την λυτρωτική. Ή ορθότερα, ελπίζοντας την τέτοια. Θεωρεί σχεδόν, πως κάπου πρέπει να γίνει «χειρότερος» για να βρει κάτι που ίσως, θα μοιάξει με λύτρωση. «[...] Όσο παραδεχόμουν το Καλό, όσο αποδεχόμουνα το σε τι συνίσταται το «Υψηλό και το Ωραίο», τόσο περισσότερο βυθιζόμουν στη χυδαιότητα και γινόμουν πρόθυμος να κάνω τις πιο κοινές πράξεις.». Λίγες αράδες από το «Υπόγειο», ένα από τα λακωνικότερα έργα του Ντοστογέφσκυ. Ας συλλογιστεί καθένας γιατί τις μετέγραψα εδώ.
Ο Ρεμπώ, πιστεύει σχεδόν ότι θα επαναφέρει τον κόσμο στην κατάσταση του φωτός, ότι οφείλει κάτι τέτοιο, οτι είναι ο μόνος που το μπορεί,μα δυστυχώς, για να το επιτύχει, χρησιμοποιεί τα ίδια μέσα τα οποία ρίξανε τον κόσμο από το φως. Ο Εντμόντ Μανύ, όταν γράφει για τον Ρεμπώ, αναφέρει πως στο Ταλμούδ, ο Σατανάς πολλάκις αποκαλείται Έφηβος και σημειώνει επίσης, πως η θεμελιακή αμαρτία του Ρεμπώ, είναι η αδημονία. Μα αυτό, είναι γνώρισμα της νεότητας. Κατ' εμέ, το λάθος στον Ρεμπώ(συνεπώς το αμάρτημα ) είναι πως καλεί τον εαυτό του να αναλάβει χρέη Μεσσία, συνεπώς, το ΄΄λάθος'', δεν είναι δικό του. Απλούστατα, ο Ρεμπώ, προσπαθεί πιστά να αισθανθεί απο άκρη σε άκρη, τις φαντασιακές διαστάσεις που η εποχή του έδινε στον άνθρωπο, όντας βέβαια ο μόνος που, πάνω απο όλα λόγω της ηλικίας του(απόδειξη πως λίγο καιρό αργότερα εγκαταλείπει κάθε τέτοια προσδοκία), τις λαχτάρησε με τόσην ένταση.
«Εδώ και μερικούς αιώνες, γράφει ο Έλιοτ (δοκίμιο: θρησκεία και λογοτεχνία) , δεχόμαστε σιωπηρά πως δεν υπάρχει σχέση μεταξύ λογοτεχνίας και θεολογίας...». Μεταφέρω αυτές τις οξυδερκείς γραμμές του Βρετανού, γιατί γνωρίζω καλά, πως τα θρησκευτικά κριτήρια που χρησιμοποιήθηκαν ως τώρα, και μέχρι τέλους θα είναι οι επιβεβλημένοι άξονες μας, θα απέχουν πολύ απο τη φιλοκαλία, το γούστο και την αισθητική του νεοέλληνα αναγνώστη ο οποίος, επί το πλείστον, αποτελεί αντιδάνειο του εαυτού του και ανάκλαση της ιστορίας του. Εδώ λοιπόν, χρειάζεται μια διευκρίνιση ούτως ώστε, μια και καλή να πετάξουμε από επάνω μας το μυριάσθενο μασκάρεμα που υπέστη ο Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός, δεν είναι η θρησκεία των Επέκεινα, μα του Αιέν. Δεν είναι η πολιτεία του έκπτωτου ανθρώπου, μα εκείνου της μετάνοιας. Δεν είναι εθελοτυφλία ως προς την ύλη, μα ο καταιγισμός της ύλης με πνεύμα. Η μεν πτώση, σχεδόν προϋπάρχουσα του ανθρώπου, η δε λύτρωση δικαίωμα του ανθρώπου. Ελευθερία του ανθρώπου. Η μεν πτώση, παρελθόν του ανθρώπου, ο δε άνθρωπος, μέλλον της ίδιας του της λύτρωσης. Στο σφάλμα του, τίποτα παραπάνω δεν είναι το αμάρτημα, ο άνθρωπος πρέπει να συγχωρέσει τον εαυτό του, αν κάποιος δεν χρειαστεί να συγχωρέσει τον εαυτό του, δεν θα μπορέσει τίποτε και ποτέ να συγχωρέσει στον άλλον μα , άτηνα, υπάρχει μιαν άλλη οδός ‘ ‘ευκολότερη''. Το λάθος, αποκαλείται άλλη έκβαση της ορθότητας, άλλη μορφή της αλήθειας. Και όλα αυτά, για έναν και μόνο λόγο. Γιατί ο άνθρωπος, ακόμη και δεσμώτης, δεν υποτάσσεται στο να παραδεχτεί πως έχει ανάγκη από λυτρωτή... « έδειτο γαρ του ιατρεύοντος, η φύσις ημών ασθενήσασα, έδειτο του ανορθούντος, ο εν το πτώματι άνθρωπος[...] εζήτει συναγωνιστή ο δεσμώτης...»(Γρηγόριος Νύσσης, «λόγος κατηχητικός ο μέγας» ).
>>

Για να διαβάσετε όλο το άρθρο ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ


Το αφιέρωμα ολοκληρώνεται με το σημαντικότερο έργο του Ρεμπώ, Μια εποχή στην κόλαση, σε μετάφραση X.Σ. Kρεμνιώτη.

Για να διαβάσετε το έργο ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ




Η φωτογραφία είναι από την ελληνική ΒΙΚΙΠΑίΔΕΙΑ

Saturday, December 1, 2007

Νέες δημοσιεύσεις

Με ένα διήγημα του Ναούμ Θεοδοσιάδη - SimonSays και ένα διήγημα της Ελένης Γκίκα δραστηριοποιούνται και πάλι οι δημοσιεύσεις έργων στο Λέξημα.

Για να διαβάσετε το διήγημα του Ναούμ Θεοδοσιάδη ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Για να διαβάσετε το διήγημα της Ελένης Γκίκα ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Για τον κατάλογο με τα δημοσιευμένα έργα Πεζογραφίας ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Για τον κατάλογο με τα δημοσιευμένα έργα Ποίησης ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ


Στην κατηγορία Δημιουργοί (δεξιά στήλη του περιοδικού) μπορείτε επίσης να διαβάσετε Μεταφράσεις καθώς και έργα Παιδικής Λογοτεχνίας

Tuesday, November 27, 2007

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

"...Σήμερα ο Τάκης Βαρβιτσιώτης είναι ένας από τους μεγάλους του Νεοελληνικού Παρνασσού. Θα λέγαμε ο μόνος που κρατάει τις Θερμοπύλες της Νεοελληνικής Ποίησης, αμόλευτη από εμπορικές διαφημίσεις και σκοπιμότητες. Με την ευκαιρία της απονομής σ' αυτόν του σημαντικού Βαλκανικού Βραβείου «Αίμος» το περιοδικό μας έκαμε μια συζήτηση μαζί του: για το πώς βλέπει την Ποίηση στον σημερινό κόσμο του τεχνοκρατικού πολιτισμού και τί σχέση έχει η Ποίηση με την Πολιτική και τη Θρησκεία.
- Κύριε Βαρβιτσιώτη, ευχαριστούμε που δεχθήκατε να κάνουμε αυτή τη συνομιλία.
- Ξέρετε, εκτιμώ πολύ τους πνευματικούς αγώνες της «Πνευματικής Ζωής».
- Τί είναι ποίηση;
- Έχω επανειλημμένα απαντήσει σε αυτό το ερώτημα και επαναλαμβάνω: Νομίζω πως δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την ποίηση. Την απάντηση την δίνει κάθε ποιητής με το έργο του. Γιατί όπως έχω πει και άλλοτε, η ποίηση είναι μια κατάσταση μαγείας, κάτι άρρητο, μια «άρρητη γέννηση», για να αναφερθώ στον τίτλο ενός ποιήματος μου, μια εισδοχή στην εποχή του θαυμαστού. Και η πίστη μου αυτή γίνεται όλο και περισσότερο αδιάλλακτη όσο μέρα με τη μέρα εξακριβώνω πως είναι η μοναδική προσωπική έκφραση που απομένει ακόμα, η έσχατη, αν θέλετε, επιβεβαίωση μιας ανθρώπινης ευγένειας μέσα σ' αυτόν τον θρίαμβο της ανωνυμίας και του τεχνοκρατικού πολιτισμού, που ζούμε, ο πιο καίριος, υπεύθυνος και ιερός λόγος που μπορεί να προσφέρει ο άνθρωπος στο χείλος της αβύσσου ή στην κορυφή της πιο απίθανης ευτυχίας.
Τελικά η ποίηση δεν παύει να υπάρχει και δεν θα πάψει να υπάρχει, όσο και αν φαίνεται ζοφερό το μέλλον, παρά μονάχα, αν εξαφανιστεί ο άνθρωπος.
- Ο λυρισμός, ποια θέση έχει στην εποχή μας; Μπορεί να την εκφράσει, ή μήπως είναι πολύ σκληρή για να συμβεί κάτι τέτοιο;
- Δυστυχώς η εποχή μας, αποτρόπαιη και απάνθρωπη δεν παρέχει καμιά δυνατότητα επιβίωσης του λυρισμού. Αντίθετα ευνοεί να γράφονται αντι-ποιήματα και αυτά φαίνεται την εκφράζουν.
- Ποιους ποιητές διαβάζετε; Έχετε ιδιαίτερη προτίμηση στη λατινοαμερική ποίηση και γιατί;
- Διαβάζω πολλούς ποιητές από όλο τον κόσμο, όπως βέβαια και Έλληνες που βρίσκονται πάντα στην παγκόσμια πρωτοπορία. Να παραθέσω ονόματα; Θα ήταν ένας απέραντος κατάλογος. Αρχίζοντας από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, τον ασύγκριτο αυτό άγγελο της νύχτας και τα μεγάλα ονόματα των Μπωντλαίρ, Μαλλαρμέ, Ρεμπώ, Βερλαίν, θα έφθανα έως τον κορυφαίο ίσως ποιητή του περασμένου αιώνα, τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε και θα συνέχιζα με τους σπουδαίους νεότερους ποιητές: Απολλιναίρ, Ρεβερντύ, Ελυάρ, Σαιν Τζων Περς, Πάουλ Τσέλαν, Ντύλαν Τόμας, Οκτάβιο Πας, Λόρκα, Αλμπέρτι, Χιμένεθ, για να καταλήξω στις ανυπέρβλητες μορφές του Χαίντερλιν, του Νοβάλις, του Κητς και του Σέλλεϋ..."

Απόσπασμα από τη συνέντευξη του Τάκη Βαρβιτσιώτη στον Γιώργο Πολ. Παπαδάκη που δημοσιεύεται στο Λέξημα.

Για να διαβάσετε το πλήρες κείμενο ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Sunday, November 25, 2007

Στις αμμουδιές του Ομήρου



Συλλογική παρουσίαση (7)
Στις αμμουδιές του Ομήρου


Παρουσιάζονται : Διονύσιος Σολωμός, ποιήματα και πεζά, με επιμέλεια Δημήτρη Δημηρούλη - Ελένη Καρασσαβίδου - Γρηγορία Πούλιου - Κώστας Ριζάκης...

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ,

Έργα, ποιήματα και πεζά

Εισαγωγή - επιμέλεια - σχόλια : Δημήτρης Δημηρούλης

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Σαστίζ' η γη κι η θάλασσα κι ο ουρανός το θάμα,

το μέγα πολυκάντηλο μες το ναό της φύσης

κι αρμόζουν διάφορο το φως χίλιες χιλιάδες άστρα

χίλιες χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα.

Με αφορμή τα 150 χρόνια από το θάνατο του Σολωμού, κυκλοφόρησε πρόσφατα η σχολιασμένη έκδοση με το σύνολο των έργων του, των παραλλαγών και των σημειώσεων που το συνοδεύουν, με την επιμέλεια του Δημήτρη Δημηρούλη.

Με λογισμό και μ' όνειρο, ο ποιητής,

με σεβασμό και γνώση, ο επιμελητής,

παραδίδει στους αναγνώστες και στο χρόνο το σύνολο του έργου που αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο στην ιστορία της νεοελληνικής ποίησης.

Θ' αντιπαρέλθω εν συντομία τις κραυγές και τους ψιθύρους, με τα υποτιθέμενα άδολα ψευτοδιλήμματα, για την προσφορά και τη σημαντικότητα του έργου στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, καθώς θεωρώ ότι προέρχονται από ανθρώπους και από χώρους που θα επιθυμούσαν να υπάρχει μόνο ως κονσέρβα ο Σολωμός, για να μπορούν οι ίδιοι να υπάρξουν. Σε αυτούς, άλλωστε, είχε απαντήσει ο Οδυσσέας Ελύτης, στο Άξιον Εστί, με τους στίχους :

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας,

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Στα θετικά της νέα αυτής έκδοσης, εκτός των άλλων, θα πρέπει να συνυπολογίσουμε και το εισαγωγικό κείμενο του επιμελητή. Κείμενο που βοηθά τον αναγνώστη να κατανοήσει το όλο «κλίμα» αυτού που ονομάζουμε σολωμικό έργο. Και αντί άλλου σχολίου παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του εισαγωγικού κειμένου :«Στο ερώτημα ποια είναι η καλύτερη μέθοδος για την έκδοση των σολωμικών κειμένων δεν μπορεί να δοθεί γενική απάντηση με καθολική εφαρμογή. Εξαρτάται από την εποχή και τις επιδιώξεις του εκδότη. Το βέβαιο είναι ότι θα ήταν χρήσιμο να έχουμε σοβαρές απόπειρες τόσο για μια φιλολογική όσο και για μια χρηστική έκδοση του Σολωμού. Δεν πρόκειται να είναι οριστικές, αλλά θα βοηθήσουν στη προσέλκυση του αναγνωστικού κοινού, τώρα που και ο εθνικός ποιητής, αλλά και η ποίηση ως ποίηση, το έχουν ανάγκη περισσότερο από κάθε άλλη φορά.» (σε56) .......

Απόσπασμα από την 7η συλλογική παρουσίαση βιβλίων ποίησης στο Λέξημα.

Για να διαβάσετε όλο το κείμενο πατήστε ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Saturday, November 24, 2007

"Τι γνωρίζω": Περί θρησκείας και άλλων δαιμονίων

Μετά από ένα μήνα σχεδόν γράφω για τα υπόλοιπα βιβλία που πήρα από τι σειρά «Τι γνωρίζω» που μοιράζει το καθημερινό Βήμα. Τα βιβλία αυτά είναι «Βουδισμός», «Ινδουισμός», «Ο σύγχρονος Ιουδαϊσμός», «Τρομοκρατία», «Ψυχανάλυση».
Σε σχέση με τον τόμο για το Ισλάμ οι μεταφράσεις ήταν καλύτερες, όμως η επιμέλεια ήταν οπωσδήποτε ανύπαρχτη, και σίγουρα δεν υπήρξε διόρθωση, όχι μόνο από τον μεταφραστή, που φαίνεται ότι δεν ξαναδιάβασε το κείμενό του, αλλά και από επαγγελματία διορθωτή. Έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός από κάποιες λέξεις να λείπει ένα γράμμα, ενώ σε άλλες να περισσεύει.
Δεν θα ήθελα να γυρίσω στις τσεκαρισμένες σελίδες και στις υπογραμμίσεις για να μεταφέρω εδώ τα πιο ενδιαφέροντα που διάβασα, γιατί θα κατανάλωνα πολύ χώρο. Θα μεταφέρω απλά κάποιες σκέψεις που έκανα αφού τα διάβασα.
Διαβάζοντας για τον Ινδουισμό συνειδητοποίησα ότι είναι μια θρησκεία που μοιάζει πολύ με τον πολυθεϊσμό των προγόνων μας. Οι θεοί συνυπάρχουν, και οι πιστοί μπορούν να λατρεύουν όποιους θέλουν. Δεν θα καθίσουν να τσακωθούν για το ποιος είναι καλύτερος. Οι μονοθεϊστικές θρησκείες αντίθετα διεκδικούν το μονοπώλιο της θεϊκής εύνοιας και βλέπουν με καχυποψία, συχνά με εχθρότητα, τους οπαδούς άλλων δογμάτων. Η οργιαστική λατρεία του Βάκχου έχει επίσης κάτι κοινό με το Κάμα Σούτρα, που αποτελεί συστατικό στοιχείο σε κάποιες ινδουιστικές λατρείες
Ο φονταμενταλισμός, έκφραση αναζωπυρωμένου θρησκευτικού αισθήματος, αναπτύσσεται είτε στους κόλπους του επίσημου δόγματος (Ισλάμ) είτε κυρίως σαν αίρεση (Χριστιανισμός και Ιουδαϊσμός, αλλά και Ισλάμ. Γράψαμε για τους Ασασίνους). Από εκεί και ύστερα αρχίζει το μακελειό. Οι ιδιαίτερα θρησκευόμενοι των επισήμων χριστιανικών δογμάτων αποτελούν μάλλον μικρό ποσοστό στο σύνολο των πιστών.
Τόσο ο Βουδισμός, αλλά κυρίως ο Ινδουισμός, αποτελούν σήμερα καταφύγιο σε πολλούς που ψάχνονται, ζητώντας την παρηγοριά που προσφέρει η θρησκεία. Ο Βουδισμός ήταν μια μόδα τον προηγούμενο αιώνα (Καζαντζάκης), τώρα η μόδα αυτή έχει περάσει στον Ινδουισμό. (Χάρε Κρίσνα, Σάιντ Μπάμπα κ.λπ.).
Το βιβλίο για την τρομοκρατία ήταν αρκετά καλό. Αμερόληπτο (σχεδόν, γιατί ο Γάλλος συγγραφέας έχει μια μικρή προκατάληψη για τους αλγερινούς τρομοκράτες κατά τον αγώνα για την απελευθέρωση), δίνει μια αρκετά αντικειμενική εικόνα της κατάστασης. Βαφτίζουμε τρομοκράτη τον εχθρό, ενώ ο φίλος είναι αγωνιστής της ελευθερίας, επαναστάτης, κ.λπ. Χρησιμοποιούμε λέξεις με αρνητικές και θετικές συνυποδηλώσεις (ή συνδηλώσεις, θα συμφωνήσουμε καμιά φορά πώς να μεταφράσουμε τον όρο connotation;), ανάλογα, για να εκφράσουμε το ίδιο πράγμα. Μόνο εμείς οι Έλληνες δεν διστάσαμε να περιβάλλουμε με θετικές συνυποδηλώσεις τους κλέφτες, όχι των επικουρικών ταμείων αλλά αυτούς που πολέμησαν τους τούρκους.
Το βιβλίο για την ψυχανάλυση, πολύ καλογραμμένο, το διάβασα για να φρεσκάρω γνώσεις. Πιστεύω ότι από όλες τις σχολές ψυχολογίας η ψυχανάλυση έριξε το περισσότερο φως πάνω στις ψυχικές διεργασίες, και οι προσεγγίσεις μου στα λογοτεχνικά κείμενα οφείλουν πολλά στην ψυχαναλυτική κριτική.

Μπάμπης Δερμιτζάκης, 24-11-2007

Monday, November 12, 2007

Dominique Sourdel, Ισλάμ

Για να μη σκεπάσω με δικό μου κείμενο χθεσινή ανάρτηση, το δημοσιεύω στο blog μου, στο οποίο παραπέμπω
http://hdermi.blogspot.com/2007/11/dominique-sourdel.html

Sunday, November 11, 2007

Σμήνος

Το Σμήνος, ο Potter, o DaVinci... και τ' αποδέλοιπα


<< Μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση του μυθιστορήματος «Το Σμήνος» του Γερμανού Φρανκ Σέτσινγκ και αισθάνομαι αδήριτη την ανάγκη να γράψω κάποια σχόλια για το βιβλίο, όχι τόσο για να κάνω μια κριτική ανάλυση του ίδιου του έργου (κριτικός λογοτεχνίας δεν είμαι εξάλλου), όσο για να εκφράσω την αγωνία μου για το αδιέξοδο του σύγχρονου μυθιστορήματος και του αγοραίου λόγου, από την οπτική γωνία ενός απλού αναγνώστη… ή, ακολουθώντας μια λιγότερο απόλυτη και δογματική στάση, να επισημάνω τη νέα τροπή που έχει πάρει η σύγχρονη λογοτεχνία. Με τι έχουμε να κάνουμε εδώ, λοιπόν; Αντιμετωπίζουμε άλλη μια περιπέτεια μυστηρίου και φαντασίας που έτυχε ευρείας αποδοχής από το διεθνές βιβλιόφιλο κοινό και «οφείλουμε» κι εμείς να τη διαβάσουμε για να τροφοδοτήσουμε την ψευδαίσθηση ότι παραμένουμε μες στα πράγματα και τις εξελίξεις της διεθνούς λογοτεχνίας… ή μάλλον του φαινομένου: best seller. Με άλλα λόγια, «οφείλουμε» να μπούμε κι εμείς μες στο «σμήνος» των απανταχού της γης αναγνωστών και να ακολουθήσουμε την πορεία αυτού του «σμήνους», όπου κι αν κατευθύνεται. Το φαινόμενο έχει ως εξής: Υπάρχει μια κρίσιμη μάζα «αναγνωστών της παραλίας» που μετατρέπει ένα νεοεκδοθέν βιβλίο σε best-seller για λόγους που αρχικά είναι μυστήριοι και σκοτεινοί, μα που –αν κάποιος με σχολαστική διάθεση και γνώσεις βασικής Ψυχολογίας καταπιαστεί να αναλύσει- αίφνης γίνονται όλο και πιο ξεκάθαροι και έκδηλοι υπό το φως της απλής λογικής. Στη συνέχεια έχουμε το φαινόμενο του «καταρράκτη»: η κρίσιμη αυτή μάζα που απαιτείται για τη μετατροπή ενός βιβλίου σε best-seller συνιστά τον πυρήνα και συμπαρασύρει με γεωμετρική πρόοδο και άλλους αναγνώστες σχηματίζοντας ένα συσσωμάτωμα. Το συσσωμάτωμα δρα ενισχυτικά στην προσκόλληση και άλλων αναγνωστών γύρω του και σχηματίζει έναν όγκο. Κι ο όγκος αυτός μεγαλώνει τόσο πολύ που νομοτελειακά δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί και τελικά αρχίζει να διαλύεται σιγά – σιγά για να αφήσει τον αμερόληπτο χρόνο να τον χωνέψει στο διάβα του και να του προσδώσει τις πραγματικές διαστάσεις που θα έπρεπε εξαρχής να έχει. Θα αναρωτηθεί κανείς: «Μα γιατί είναι τόσο κακό να διαβάζει κανείς κάτι που είναι στη μόδα; Εξάλλου, ακόμη και η ανάγνωση του χειρότερου βιβλίου είναι καλύτερη από τη μη-ανάγνωση». Και θα έχει δίκιο. Κανείς δεν είπε πως διαβάζοντας ένα βιβλίο όπως είναι «Το Σμήνος» χαραμίζει το χρόνο του. Τουναντίον, είναι μια ενασχόληση απείρως πιο εποικοδομητική και «ψυχ-αγωγική» από τα διάφορα shows και realities της τηλεόρασης. Υπάρχει, όμως, μια προϋπόθεση για την ορθολογική θέαση του βιβλίου αυτού (καθώς και κάθε άλλου παρόμοιας θεματολογίας): η κριτική ματιά και η μερική αποδοχή των κεντρικών ιδεών του βιβλίου. Στη διεθνή λογοτεχνία των τελευταίων λίγων ετών ζήσαμε διαφόρων ειδών μαζικές τάσεις που κατέληγαν σε υστερικές κοσμοθεωρήσεις πυροτεχνηματικής διάρκειας. Δεν θα πάω πολύ πίσω στο χρόνο, παρά μόνο όσο φτάνει με μια μικρή δρασκελιά η μνήμη μου… >>

Απόσπασμα από την ενότητα : Μια κρίση - κριτική για το "Σμήνος", τον "Harry Potter" τον "Κώδικα DaVinci"... και τ' αποδέλοιπα φρούτα της σύγχρονης λογοτεχνίας, που είναι δημοσιευένη στο forum του lexima.gr

Για να διαβάσετε όλο το κείμενο του μέλους PanosSim αλλά και τις ενδιαφέρουσες τοποθετήσεις ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ

Σημ. 1) εκεί μπορείτε να γράψετε τις δικές σας τοποθετήσεις για το θέμα
2) με την ευκαιρία και εκ μέρους της συντακτικής ομάδας του Λέξημα, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το λογοτεχνικό περιοδικό Λέξημα ΔΕΝ έγινε για να ευλογήσουν τα γένια τους κάποια συγκεκριμένα άτομα, αλλά, για να δωθεί ένα νέο βήμα σε ανθρώπους που έχουν να πούν κάτι νέο και ουσιαστικό και η κύρια φροντίδα της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού είναι να εξετάζει την ύπαρξη "επιχειρηματολογίας" στο προς δημοσίευση υλικό.

Thursday, October 25, 2007

Βιβλιοπαρουσίαση πεζογραφίας: "Και το λίγο φως τη νύχτα φτάνει" του Ματ Κοέν


Με τον διακριτό και εύγλωττο τίτλο «Ξεσκονίζοντας Τη Βιβλιοθήκη μας» συνεχίζεται να παρουσιάζεται στο Λέξημα η νέα υποκατηγορία παρουσίασης βιβλίων πεζογραφίας που αντέξανε στο χρόνο.
Η ιδέα, οι επιλογές και τα κείμενα είναι του φίλου Πάτροκλου Χατζηαλεξάνδρου, γνωστού από το προσωπικό, μη κερδοσκοπικό, λογοτεχνικό του Στέκι Περί...Γραφής
Περί-γραφής
(http://www.peri-grafis.com) που παρουσιάζει το βιβλίο του Ματ Κοέν: «...Και Το Λίγο Φως Τη Νύχτα Φτάνει...» με τίτλο πρωτοτύπου “Elizabeth And After…" σε μετάφραση της Βίκυς Σταματάκη. Ο Εκδοτικός Οίκος είναι η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΕΚΔΟΤΙΚΗ και το έτος A' έκδοσης ήταν το 2000. Σελίδες: 320

Διαβάστε ένα απόσπασμα:

Οι διακοπές τελειώσανε και ξαναγυρνάμε φρέσκοι πίσω στη ρουτίνα της πόλης, ρουτίνα όμως που μπορεί να μετριάζεται ή και να ξεχνιέται τελείως όταν διαβάζει κανείς ένα καλό βιβλίο. Τούτο τον μήνα λοιπόν έχω τη χαρά να παρουσιάζω ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα ποτέ, -με άνεση θα το ενέτασσα στα είκοσι κορυφαία αναγνώσματά μου. Πρόκειται για το «...Και Το Λίγο Φως Τη Νύχτα Φτάνει...» του Ματ Κοέν.
Αρπάζω την ευκαιρία να ξεκαθαρίσω πως δρω εντελώς παρορμητικά κι αυθόρμητα, μιας κι έχω την απόλυτη ελευθερία της επιλογής του εκάστοτε προς παρουσίαση βιβλίου, από το σύνολο των αγαπημένων αναγνωσμάτων μου κι έτσι, φυσικά και μου αρέσουν όλα όσα παρουσίασα και θα παρουσιάσω στο μέλλον. Απλά, μερικά τα ξεχωρίζω λιγάκι περισσότερο. Θα κλείσω τούτη τη παρένθεση λέγοντας πως ο αρχικός μου σκοπός ήταν να παρουσιάσω κλασσικούς συγγραφείς και τίτλους κι η αρχή με τον Ονορέ Ντι Μπαλζάκ και το «Άγνωστον Αριστούργημά» του, το μαρτυρά. Μα ύστερα σκέφτηκα πως όλοι μας λίγο-πολύ, έχουμε ακούσει έστω και κάτι, για τους Φλωμπέρ, Σταντάλ, Ντοστογιέφσκη κ.λπ. ενώ π.χ. για τον καημένο -εκπληκτικό- Ματ Κοέν, είμαι βέβαιος πως αρκετοί από μας -κι εγώ πρώτος απ' όλους- δεν είχαμε πάρει καν μυρωδιά πως υπήρξε κι έγραψε. Έτσι αποφάσισα να παρουσιάζω σε τούτο τον πρώτο κύκλο, μερικά από κείνα τα βιβλία που βρίσκονται καθ' οδόν -κατά τη προσωπική μου γνώμη- προς τα μελλοντικά κλασσικά αναγνώσματα.
Ε λοιπόν ο Ματ Κοέν υπήρξε κι έγραψε μεταξύ άλλων το “Elizabeth And After” -που προσωπικά θα το προτιμούσα σα τίτλο, από την ελληνική του εκδοχή- και που το διάβασα και μαγεύτηκα. Πρόκειται για ένα χρονικό οδοιπορικό με κεντρικόν άξονα μια γυναίκα, την Ελίζαμπεθ και μια σειρά λεπτοπλόκων ιστοριών που στήνονται τριγύρω, πάνω και μέσα της και που όταν αυτή αφήνει τούτο τον κόσμο, θαρρείς και χάνεται το κοντάρι σ' αυτό το γαϊτανάκι κι οι ιστορίες τείνουν να διασπαστούνε φυγοκεντρικά, αλλά όχι αμέσως, μιας κι η δύναμη της συνήθειας και της γυναίκας αυτής, τις κρατά ακόμα κοντά. Όταν όμως πια διασπώνται σχηματίζουν νέους μικρούς καμβάδες, μικρότερης όμως ισχύος.
Η ηρωίδα, που από την αρχή γνωρίζουμε πως έχει πια χαθεί, είναι μια ικανή, δυνατή, ερωτική και μαχητική γυναίκα, παγιδευμένη κι η ίδια στον ίδιο τον καμβά της, επιδρά στους γύρω της όσο ζει και μάλιστα θετικά κυρίως κι όταν χάνεται, ο κόσμος γύρω της αναζητά απεγνωσμένα, να βρει το χαμένο κέντρο του, ένα νέο επίκεντρο.
(απόσπασμα)

Για να διαβάσετε ολόκληρη την παρουσίαση κάντε κλικ εδώ

Saturday, October 20, 2007

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η Μανία

Γουίλιαμ Φώκνερ, Η βουή και η μανία.

Τελειώνοντας την ανάγνωση του μυθιστορήματος μού ήλθε στο νου αυτός ο χαρακτηρισμός: αφηγηματικό ζάπινγκ. Γράφοντας την εποχή του μεταμοντερνισμού ο Φώκνερ χρησιμοποιεί διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές σε κάθε ένα από τα τέσσερα κεφάλαια του έργου. Στο πρώτο έχουμε τη λεγόμενη «stream of consciousness», τη ροή της συνείδησης στον εσωτερικό μονόλογο ενός διανοητικά καθυστερημένου νέου. Μου θύμισε τον «Λούσια» του Νίκου Χουλιαρά. Στο δεύτερο έχουμε επίσης τον εσωτερικό μονόλογο του ενός από τους δυο αδελφούς του. Διαταραγμένη προσωπικότητα, ο αδελφός αυτός θα αυτοκτονήσει. Με εξαίρεση το θαυμάσιο και σχετικά εκτενές μέρος όπου αφηγείται την περιπέτειά του με το μικρό κοριτσάκι των Ιταλών εμιγκρέδων, η αφήγηση αποτελείται από σύντομα σπαράγματα μνήμης και θραύσματα σκέψεων. Στο τρίτο μέρος ο Φώκνερ εγκαταλείπει τον μοντερνισμό για τον μεταμοντερνισμό της διαυγούς αφήγησης, σαν αυτής του μυθιστορήματος των κλασικών του 19ου αιώνα, αν και έχουμε επίσης πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όχι ενός ατόμου διαταραγμένου ψυχικά αλλά ενός σχετικά ισορροπημένου ατόμου, γι αυτό και με περισσότερη συνοχή. (Ψυχικά ισορροπημένου, γιατί ηθικά, άστα να πάνε στο διάβολο. Έβαλε χέρι στα λεφτά της ανηψιάς του, μέχρι που αυτή του τα βούτηξε, παίρνοντας για τόκο και τις δικές του οικονομίες). Στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, την κυρίαρχη αφήγηση του ρεαλιστικού μυθιστορήματος, επιστρέφουμε στο τέταρτο μέρος, με εστίαση στο πρόσωπο της μαύρης υπηρέτριας, «του μόνου θετικού προσώπου του μυθιστορήματος», όπως γράφει το αυτί του εξωφύλλου. (Αλλά για στάσου, δηλαδή ο ΑΜΕΑ είναι από χέρι αρνητικός;)
Ο χρόνος της αφήγησης είναι ένα ζιγκ ζαγκ. Μετά το πρώτο μέρος που επιγράφεται «Απριλίου 7η, 1928» έχουμε μια αναδρομή 18 χρόνων με τίτλο «Ιουνίου 2α, 1910. Στο τρίτο μέρος πηγαίνουμε μια μέρα πριν από το πρώτο μέρος, την «Απριλίου 6η, 1928» για να πηδήσουμε στο τέταρτο στην «Απριλίου 8η, 1928». Τουλάχιστον το τέλος είναι στη σωστή του θέση.
Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές μου έρχεται η σκέψη μήπως το κίνημα του μεταμοντερνισμού οφείλεται στο φαινόμενο του εθισμού. Ο κόσμος, συγγραφείς και αναγνώστες, είχαν βαρεθεί πια να διαβάζουν και να γράφουν όπως τον 19ο αιώνα, και αναζήτησαν νέους τρόπους γραφής. Ίσως να υπερβάλλω, αλλά ένα άρθρο του Άρθουρ Καίσλερ με τίτλο «Ο εθισμός στην τέχνη», το οποίο διάβασα μαθητής, με εντυπωσίασε ιδιαίτερα, και έχω την τάση να το χρησιμοποιώ σαν ερμηνευτικό pass- partout σε πολλά φαινόμενα. Και επειδή κάθε αλλαγή δεν σημαίνει αναγκαστικά και πρόοδο (στο νου μου, σαν εκπαιδευτικός, μου έρχονται οι κατά καιρούς διατυμπανιζόμενες μεταρρυθμίσεις στην παιδεία), γι αυτό και το κίνημα του μοντερνισμού δεν ρίζωσε, και οι συγγραφείς σήμερα έχουν επιστρέψει στην αφηγηματική διαύγεια των κλασικών (αν μπορούσαν ας έκαναν και αλλιώς, τα βιβλία τους θα έμεναν στα αζήτητα.)
Το έργο πραγματεύεται την πτώση μιας οικογένειας του Αμερικανικού Νότου. Και μου έρχεται μια ακόμη σκέψη: Γιατί μαγεύονται οι συγγραφείς τόσο με την «πτώση»; Η λέξη «Πτώση» υπάρχει σαν τίτλος σε έργο του Καμύ, και βρίσκεται επίσης στον τίτλο ενός έργου του Έντγκαρ Άλλαν Πόε («Η πτώση του οίκου των Άσερ»). Αλλά η ιστορία με την πτώση ξεκινάει πιο παλιά, από τις τραγωδίες, με την πτώση του οίκου των Ατρειδών και των Λαβδακιδών. Ο Τόμας Μαν μας αφηγήθηκε επίσης την πτώση των Μπούντενμπρουκς», και ο Μάρκες την πτώση μιας άλλης οικογένειας στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς». Υπάρχουν κι άλλες, κάπου έχω ξαναγράψει, δεν θυμάμαι πού. Και τώρα που ξαναδιαβάζω αυτό το κείμενο για να το διορθώσω θυμάμαι και το «Μυστικό της κοντέσας Βαλαίρενας» του Ξενόπουλου.
Διαβάζοντας τη βιογραφία του συγγραφέα (καταθλιπτικός και αλκοολικός) κάνω τη σκέψη ότι οι Αμερικανοί πεζογράφοι είναι, σαν τους καταραμένους ποιητές, καταραμένοι πεζογράφοι. Πρόσφατα διάβασα ένα δείγμα από δυο απ’ αυτούς. Ξεκινώντας από τον «Τρούμαν», έχοντας σαν ερέθισμα την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία αλλά και ένα ντοκιμαντέρ στο κανάλι της βουλής, διάβασα το «Πρόγευμα στο Τίφανις» και μια αρκετά εκτενή βιογραφία. Στη συνέχεια Κερουάκ. Ερέθισμα: ένα βιογραφικό ντοκιμαντέρ, πάλι στο κανάλι της βουλής. Αντίδραση: «Στο δρόμο», από τη βιβλιοθήκη του Βήματος. Φίτζεραλντ δεν έχω διαβάσει ακόμη, αλλά ξέρω για τη ζωή του. Και κοίτα να δεις άγνοια, ξαναδιαβάζοντας τώρα στη Wikipedia τη βιογραφία του, είδα ότι αυτούς τους πεζογράφους τους χαρακτήρισαν συλλήβδην ως «η χαμένη γενιά». Ο Χέμινγουεη φαινόταν ο πιο ισορροπημένος, αλλά και αυτός δεν την γλύτωσε. Σαν τον Τζακ Λόντον αυτοκτόνησε. Και πρόσφατα διάβασα στη «Θεραπεία του Σοπενάουερ» του Ίρβιν Γιάλομ (αργότερα θα γράψω δυο λογάκια και γι αυτήν) ότι ο Χεμινγουέη είχε δηλώσει «Εμένα ο ψυχαναλυτής μου είναι η γραφομηχανή μου». Για πολλά χρόνια φαίνεται ότι αυτός ο ψυχαναλυτής τον στήριζε, όμως στο τέλος τον πρόδωσε. Βρισκόταν στην Κούβα όταν πήρε ένα κυνηγετικό όπλο και τίναξε τα μυαλά του στον αέρα, στα εξήντα δύο του.
Ρε μπας και το keyboard στο κομπιούτερ μου είναι ο δικός μου ψυχαναλυτής; Αν ναι, να πάρω ένα καλύτερο, έτσι, για σιγουριά. Και αυτό βέβαια καλό είναι, ασύρματο, αλλά φτηνιάρικο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης 20-10-2007

Sunday, October 14, 2007

Το Λέξημα στηρίζει την πρωτοβουλία Blog Action Day για το περιβάλλον

Το Λέξημα συμμετέχει στο BLOG ACTION DAY με ευαισθησία για το περιβάλλον δημοσίευοντας ένα προφητικό παραμύθι. Είναι το "παραμύθι του αύριο" από τα οικολογικά παραμύθια της συλλογής του Μπάμπη Δερμιτζάκη "Ο χορός της βροχής".