Sunday, May 13, 2007

Μια συζήτηση με τον ποιητή Χρήστο Τουμανίδη, με αφορμή τη συμμετοχή του στο διεθνές συνέδριο Χαικου


***

Η κοινή αγάπη μας για την ποίηση και ειδικότερα για το χάικου, υπήρξαν οι λόγοι της γνωριμίας μου πριν κάποια χρόνια με τον ποιητή Χρήστο Τουμανίδη και έκτοτε μας συνδέουν πράγματα και καταστάσεις που μας επιτρέπουν να μιλάμε στον ενικό.

Χρήστο, στην ομιλία σου, στο διεθνές συνέδριο χάικου που έγινε στην Αργεντινή, αναφέρθηκες στην επιγραμματική ποίηση που μεγαλούργησε στην αρχαία Ελλάδα. Πιστεύεις ότι συνηγορούν οι συνθήκες για μια επαναφορά του ποιητικού λόγου στην επιγραμματική λιτότητα;



Πριν αρχίσω να απαντώ στις ερωτήσεις σου φίλε Γιάννη, θα ήθελα να εκφράσω τις θερμές ευχαριστίες μου, σε σένα προσωπικά που είχες την ιδέα γι' αυτή τη συζήτησή μας και στους υπεύθυνους του διαδικτυακού περιοδικού LEXIMA, το οποίο μας φιλοξενεί στις πολύτιμες, από κάθε άποψη, σελίδες του.

Είναι γνωστό και παραδεκτό από όλους, όσοι ασχολούνται με τα ποιητικά πράγματα πως, η πυκνότητα των νοημάτων και η λιτότητα της έκφρασης μαζί με την υπαινικτική διάθεση, αποτελούν αναγκαία συνθήκη και προϋπόθεση για κάθε ποιητική δημιουργία.
Στην περίπτωση μάλιστα του χαϊκού, που μας ενδιαφέρει εδώ, πρέπει να πούμε πως έχουμε την εφαρμογή και υλοποίηση αυτών των «αισθητικών επιταγών» στον ύψιστο βαθμό. Μέσα από τις όσο το δυνατό λιγότερες λέξεις• τα περισσότερα νοήματα, συμπυκνωμένα. Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι, το χαϊκού, είναι μια ειδική φόρμα επιγραμματικής ποίησης που γεννήθηκε στην Ιαπωνία κάπου εκεί στο 17ο αιώνα μ.Χ. και εν συνεχεία διαδόθηκε σε ολόκληρο τον κόσμο, κυρίως τα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια.
Ανάμεσα στις χώρες που το υποδέχθηκαν και το ενέταξαν στην γενικότερη ποιητική τους παράδοση είναι ως γνωστόν και η χώρα μας. Πως αλλιώς άλλωστε, αφού η επιγραμματική ποίηση, διαθέτει την πιο μεγάλη, κατά κοινή ομολογία, παράδοση της, στην Ελληνική Γραμματεία, η οποία ξεκινάει από την αρχαιότητα (7ος π.Χ. αιώνας) και φτάνει ως τις μέρες μας, διατηρώντας πάντοτε την ίδια αίγλη και την ίδια υψηλή αισθητική της δύναμη, με κορυφαία επιτεύγματα σε όλη αυτή τη μακραίωνη διαδρομή της.
Σαν έτοιμοι από καιρό… παραφράζοντας τον Καβάφη, κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1920, δεχθήκαμε στα καθ' υμάς το χαϊκού, στην αρχή με κάποια περιέργεια, όμως, στην συνέχεια, εξελίχθηκε σε αληθινό ενδιαφέρον για να φτάσει στις μέρες μας να είναι μια πραγματική ποιητική δημιουργία ισότιμη τις γενικότερης ποιητικής μας παράδοσης, διατηρώντας πάντοτε μιαν ιδιάζουσα αυτοτέλεια.
Καταλήγοντας, θα έλεγα πως, το επίγραμμα, είτε λέγεται δίστιχο, τρίστιχο, μαντινάδα, είτε χαϊκού ή όπως αλλιώς μπορεί να το ονομάζουν αλλού, στις μέρες μας - για να ανταποκριθώ και στην ερώτησή σου - θα μπορούσε να αποτελέσει την πιο ενδεδειγμένη μορφή ποιητικής δημιουργίας. Γιατί πιστεύω πως, μέσα από την πυκνότητα του λόγου και τον υπαινιγμό, με δεδομένη την ταχύτητα «σύλληψης» και διατύπωσης (που απαιτείται για την δημιουργία ενός χαϊκού), ο εκάστοτε ποιητής μπορεί να ανταποκριθεί και να αντιδράσει αν θέλεις σ' έναν κόσμο και σε μια, βιαίως μεταλλασσόμενη πραγματικότητα η οποία μας έχει, κυριολεκτικά, καταστήσει απλούς θεατές.
Ναι πιστεύω πως η επιγραμματική ποίηση είναι - ή πρέπει να είναι - η ποίηση των ημερών μας. Γι αυτό και το Χαϊκού έχει γίνει πλέον ένα είδος παγκόσμιας ποιητικής γλώσσας.



Σε αγγλικά και γαλλικά κείμενα το χάικου αναφέρεται σαν «ιαπωνικό επίγραμμα». Μήπως αυτός ο ορισμός αποτυπώνει το κοινό στοιχείο, τη λιτότητα που διακρίνει τους δύο πολιτισμούς, τον ιαπωνικό και τον ελληνικό;

Αν σκύψουμε λίγο στις ποιητικές παραδόσεις διαφόρων λαών θα διαπιστώσουμε, με σχετική ευκολία, πως ανάμεσα σ' αυτές τις παραδόσεις, συναντούμε ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον από κάθε άποψη. Ένα από αυτά τα στοιχεία που προκαλεί εντύπωση είναι η επίμονη αναζήτηση, αυτών των λαών, μιας ποιητικής δημιουργίας, μιας φόρμας δηλαδή, η οποία ορίζεται ως επίγραμμα. Τέτοιες φόρμες επιγραμματικής ποίησης έχουν καθιερώσει όλοι σχεδόν οι λαοί της Ευρώπης, της Αμερικής, της Αφρικής και της Ασίας.
Η ποίηση λοιπόν, μπορούμε να πούμε πως, λειτουργούσε ανέκαθεν - όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης - σαν ένας παράγοντας δημιουργίας συγγενικών δεσμών και φιλίας ανάμεσα σε ανθρώπους που μιλούν διαφορετική γλώσσα. Μια ιδιότυπη νοητή γέφυρα, με άλλα λόγια, που ενώνει τις ψυχές και τις καρδιές των λαών όλης της οικουμένης. Την πιο επιτυχημένη εκδοχή αυτής της συνένωσης και συνεννόησης των ανθρώπων την βρίσκουμε στην ποίηση του χαϊκού. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή αν λέγαμε πως το χαϊκού συνιστά πλέον μια οικουμενική ποιητική γλώσσα.
Αλλά, εστιάζοντας λίγο την προσοχή μας στο ελληνικό επίγραμμα και στο ιαπωνικό χαϊκού, με τις διάφορες «μεταμορφώσεις» του ανά τον κόσμο, μπορούμε να πούμε πως βρίσκονται πολύ κοντά στο πνεύμα και στη φιλοσοφία, ώστε οι δύο λαοί - Έλληνες και Ιάπωνες - να φαίνεται πως ανέπτυξαν έναν ιδιόμορφο διάλογο, μέσω κυρίως της ποίησης, παρ' όλο που γεωγραφικά βρίσκονται, οι μεν στη Δύση και οι δε στην Ανατολή.
Είναι κι αυτό ένα από τα πολλά υπέροχα «μυστήρια» της ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού.



Αυτή είναι η εισαγωγή της συνέντευξης που πήρε ο Γιάννης Μανιάτης από τον Χρήστο Τουμανίδη, με αφορμή τη συμμετοχή του στο διεθνές συνέδριο Χαικου.


Διαβάστε ολόκληρη τη συνέντευξη πατώντας εδώ